πολυτεχνισμός

πολυτεχνισμός
ο политехнизм

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "πολυτεχνισμός" в других словарях:

  • πολυτεχνισμός — ο, Ν 1. η ικανότητα ασκήσεως πολλών τεχνών, η επαγγελματική κατάρτιση σε πολλές τέχνες 2. η θεωρητική και πρακτική γνώση όλων τών φάσεων μιας παραγωγικής διαδικασίας, η γνώση τού συνόλου τής παραγωγικής διαδικασίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + τέχνη + …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»